Η συζήτηση γύρω από τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα επανέρχεται σταθερά στο προσκήνιο κάθε φορά που οι τιμές στην αντλία πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Το μόνιμο επιχείρημα της κυβέρνησης, ότι για οποιαδήποτε παρέμβαση απαιτείται το «πράσινο φως» των Βρυξελλών, συχνά θολώνει το τοπίο. Ποια είναι όμως η πραγματική νομική και οικονομική διάσταση του θέματος;
Η αλήθεια είναι ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν στερεί από τα κράτη-μέλη τη φορολογική τους κυριαρχία, ούτε επιβάλλει την παραμονή στους υψηλούς ελληνικούς συντελεστές. Η περίφημη Οδηγία 2003/96/ΕΚ θέτει αποκλειστικά και μόνο κατώτατα όρια (floor) φορολόγησης, κάτω από τα οποία καμία χώρα δεν μπορεί να πέσει χωρίς ειδική άδεια.
Και εδώ υπάρχει το πρώτο παράδοξο, η ανειλικρινές για άλλους, που επιλέγεται ως πρακτική από τις μεταμνημονιακές κυβερνήσεις στην πατρίδα μας .
Η απόσταση της Ελλάδας από αυτά τα ευρωπαϊκά ελάχιστα όρια αποδεικνύει ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο αυτόνομης κίνησης:
Αμόλυβδη βενζίνη: Ο ελληνικός ΕΦΚ βρίσκεται στα 70 λεπτά το λίτρο, ενώ το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο είναι μόλις 35,9 λεπτά.
Πετρέλαιο κίνησης: Ο ελληνικός ΕΦΚ είναι στα 41 λεπτά το λίτρο, με το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο στα 33 λεπτά.
Συνεπώς, για οποιαδήποτε μείωση μέχρι το κοινοτικό ελάχιστο (δηλαδή μια μείωση έως και 34 λεπτά ανά λίτρο στη βενζίνη), η Ελλάδα δεν χρειάζεται καμία έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το «πράσινο φως» απαιτείται νομικά μόνο εάν μια κυβέρνηση αποφασίσει να υποχωρήσει κάτω από το ελάχιστο όριο ή να μηδενίσει προσωρινά τον φόρο, όπως έπραξαν μεμονωμένα κράτη στο παρελθόν.
Μπορεί να εξαχθεί εύκολα το συμπέρασμα δεν είναι νομικό όπως συνήθως αναφέρεται, αλλά καθαρά δημοσιονομικό.
Ο ΕΦΚ στα καύσιμα αποτελεί μια από τις πιο αποδοτικές και σταθερές «μηχανές» εσόδων για τα κρατικά ταμεία.
Τα συνολικά έσοδα του Κράτους από τον ΕΦΚ+ΦΠΑ 24% ο οποίος είναι διπλός, προστίθεται δηλαδή ΦΠΑ επί του ΕΦΚ και ΦΠΑ επι της τελικής τιμής αυτό κι αν είναι παράδοξο, ανέρχεται σε ετήσια βάση στα 6 έως 7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Άνετα μπορεί να διεξαχθεί το συμπέρασμα ότι τόσο η σημερινή κυβέρνηση όσο και οι επόμενες θα βρίσκονται εγκλωβισμένες σε ένα σύνθετο οικονομικό και πολιτικό δίλημμα, το οποίο περιστρέφεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες:
1. Η «Τρύπα» του Προϋπολογισμού και οι Αγορές
Μια οριζόντια μείωση του ΕΦΚ στο ευρωπαϊκό «πάτωμα» θα στερούσε άμεσα από τα κρατικά ταμεία περίπου 1,5 με 2 δισ. ευρώ. Σε ένα περιβάλλον όπου η χώρα δεσμεύεται από τους αυστηρούς ευρωπαϊκούς κανόνες για τα όρια δαπανών (spending caps) και τα πρωτογενή πλεονάσματα, μια τέτοια απώλεια θα έπρεπε να ισοσκελιστεί είτε με περικοπή κρατικών δαπανών είτε με την επιβολή νέων φόρων σε άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες.
2. Οριζόντια Μείωση έναντι Στοχευμένων Επιδομάτων
Η κυβερνητική στρατηγική επιλέγει συνειδητά τα στοχευμένα μέτρα (όπως το επίδομα θέρμανσης) αντί για τη γενική μείωση της τιμής στην αντλία. Το επιχείρημα πίσω από αυτό είναι διπλό:
Κοινωνική δικαιοσύνη: Η μείωση του φόρου στην αντλία ευνοεί οριζόντια όλους τους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εισοδήματος (ακόμη και εκείνους με μεγάλη οικονομική επιφάνεια).
Δημοσιονομικός έλεγχος: Τα επιδόματα έχουν συγκεκριμένο, προϋπολογισμένο κόστος και μπορούν να διακοπούν ή να τροποποιηθούν ανά πάσα στιγμή, χωρίς να δημιουργούν μόνιμες «τρύπες» στα έσοδα.
3. Η «Παγίδα» του ΦΠΑ και της Αγοράς
Στην Ελλάδα ισχύει το παράδοξο της επιβολής ΦΠΑ 24% πάνω στον ΕΦΚ (φόρος επί του φόρου). Μια μείωση του ΕΦΚ θα συμπαρέσυρε πτωτικά και τα έσοδα από τον ΦΠΑ, διογκώνοντας το δημοσιονομικό κόστος. Παράλληλα, υπάρχει πάντα ο φόβος του οικονομικού επιτελείου ότι ένα μέρος της μείωσης του φόρου ενδέχεται να μην φτάσει ποτέ στον τελικό καταναλωτή, αλλά να «απορροφηθεί» από τα ενδιάμεσα κανάλια της εφοδιαστικής αλυσίδας και των ολιγοπωλίων στην αγορά καυσίμων.
Ίσως αυτοί οι άξονες να αγγίζουν την καρδιά του προβλήματος για αυτήν αλλά και τις επόμενες κυβερνήσεις.
Η χαμηλή εισπραξομότητα των λοιπών φόρων σύμφωνα με την ΑΑΔΕ είναι ένας καταλυτικός παράγοντας για την παραμονή του ΕΦΚ σε ισοπεδωτικά υψηλά επίπεδα .
Σύμφωνα λοιπόν με τα επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ, η εισπραξιμότητα των παραδοσιακών φόρων στην Ελλάδα κινείται σε σχετικά χαμηλά ή μέτρια επίπεδα:
Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων: Η εισπραξιμότητα κυμαίνεται κοντά στο 74% – 75%. Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων που βεβαιώνονται δεν πληρώνεται ποτέ στην ώρα του και μετατρέπεται σε ληξιπρόθεσμες οφειλές.
ΦΠΑ των επιχειρήσεων: Η εισπραξιμότητα (δηλαδή ο ΦΠΑ που δηλώνεται και όντως αποδίδεται) βρίσκεται περίπου στο 81% – 82%.
Αυτό σημαίνει ότι όταν η κυβέρνηση ψηφίζει έναν φόρο εισοδήματος, ξέρει εκ των προτέρων ότι 1 στα 4 ευρώ δεν θα μπει ποτέ στα ταμεία (ή θα μπει μετά από χρόνια μέσω ρυθμίσεων).
Και εδώ ακριβώς κρύβεται η απάντηση για τα καύσιμα. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) έχει εισπραξιμότητα σχεδόν 100%.
- Γιατί συμβαίνει αυτό; Λόγω του τρόπου με τον οποίο βεβαιώνεται και εισπράττεται.
Προκαταβολική πληρωμή: Ο ΕΦΚ δεν βεβαιώνεται στον πολίτη ή στο βενζινάδικο στο τέλος του χρόνου. Βεβαιώνεται και εισπράττεται ακαριαία στο τελωνείο, τη στιγμή που το καύσιμο βγαίνει από τα διυλιστήρια για να «τεθεί σε ανάλωση» στην αγορά. - Δεν υπάρχει πίστωση: Αν η εταιρεία εμπορίας ή ο εισαγωγέας δεν πληρώσει εκείνη τη στιγμή τον ΕΦΚ τοις μετρητοίς, το βυτιοφόρο δεν φεύγει από το τελωνείο.
- Αδύνατη η φοροδιαφυγή του καταναλωτή: Όταν πας να βάλεις βενζίνη, δεν μπορείς να πεις «γράψτα» ή «θα τα δώσω στην εφορία τον επόμενο μήνα». Πληρώνεις τον φόρο ενσωματωμένο στην τιμή, αυτόματα.
Συμπέρασμα: Τα καύσιμα ως το Σωσίβιο Ρευστότητας.
Όλες οι μεταμνημονιακές Κυβερνήσεις γνώριζαν, γνωρίζουν, και θα γνωρίζουν ότι τα καύσιμα είναι ένα προϊόν με ανελαστική ζήτηση . Ο κόσμος θα μετακινηθεί και θα θερμανθεί αναγκαστικά, άρα θα καταναλώσει και θα φορολογηθεί.
Το δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν θα μειωθούν οι φόροι, αλλά ότι το κράτος φοβάται να αποχωριστεί τον μοναδικό φόρο που εισπράττεται στο 100% και χωρίς καθυστερήσεις, προκειμένου να τον αντικαταστήσει με φόρους που στην Ελλάδα παραδοσιακά «αιμορραγούν» λόγω εισφοροδιαφυγής και ληξιπρόθεσμων χρεών.
Ομάδα Σύνταξης
