Στο παρών άρθρο θα προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε κατά μία ένοια στο πολιτικό επίπεδο αντανακλαστικών των δύο κυβερνήσεων που αναδεικνύει δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις στη διαχείριση της κρατικής ευθύνης, της πολιτικής λογοδοσίας και της θεσμικής επικοινωνίας. Με αφορμή λοιπόν , τα πρόσφατα σοβαρά ατυχήματα του 2026 (Αδαμούθ και Τολέδο στην Ισπανία), η σύγκριση των πολιτικών αντανακλαστικών μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός, δεδομένου του ότι και οι δύο χώρες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης που δυστυχώς καταγράφει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές κουλτούρες-πραγματικότητες.
Ξεκινώντας την σύγκριση από το πεδίο Πολιτική Ανάληψη Ευθύνης και Διαχείριση Κρίσεων «Σε Πρώτο Χρόνο», θα διαπιστώσουμε ότι μέσα σε ελάχιστες ώρες από τη φονική σύγκρουση στο Τολέδο, ο Ισπανός Υπουργός Μεταφορών, Óscar Puente, πραγματοποίησε έκτακτη, αναλυτική συνέντευξη τύπου από τον σταθμό της Atocha. Αντί να οχυρωθεί πίσω από γενικόλογες δηλώσεις, παρουσίασε με απόλυτη χρονολογική σειρά τα γεγονότα, έχοντας πληθώρα δεδομένων ακόμη και τις συνομιλίες των συρμών με το κέντρο ελέγχου, παραδεχόμενος δημόσια ότι το κέντρο ελέγχου της κρατικής ADIF, έδωσε μια «ανεξήγητη» και «λανθασμένη» χειροκίνητη εντολή( τόσο σε αυτήν την περίπτωση όσο και σε πλείστες των προηγουμένων ατυχημάτων στην Ισπανία γενεσιουργός αιτία των ατυχημάτων ήταν η δυσλειτουργία του αυτοματοποιημένου συστήματος ελέγχου), να συνεχίσει το τρένο την πορεία του μετά από κατάρρευση του συστήματος ασφαλείας.
Την ίδια στιγμή, ο Πρωθυπουργός Pedro Sánchez μετέβη αμέσως στο σημείο του ατυχήματος, κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος και παραδέχθηκε πολιτικά ότι «είναι απαράδεκτο για μια χώρα σαν την Ισπανία να υφίσταται δύο τέτοια ατυχήματα την ίδια χρονιά», ζητώντας άμεση αναθεώρηση των μέτρων. Η πολιτική ηγεσία επιλέγει να ηγηθεί της πληροφόρησης, αφήνοντας το έργο της διερεύνησης στον CIAF , έστω και αν εκτίθεται ο κρατικός μηχανισμός, ενόψει μάλιστα των εθνικών εκλογών της 29ης Νοεμβρίου.
Συμπερασματικά θα πούμε ότι η στρατηγική επιλογή της Ισπανικής κυβέρνησης κινήθηκε στον άξονα της θεσμικής εξωστρέφειας.
Στην Ελλάδα (Στρατηγική της Αμυντικής Μετάθεσης και της Παραίτησης):
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η πολιτική αντίδραση τις πρώτες ημέρες χαρακτηρίστηκε από αμυντικά αντανακλαστικά. Η αρχική κυβερνητική ρητορική εστιάστηκε σχεδόν μονομερώς στο «ανθρώπινο λάθος» του σταθμάρχη, ελλείψει αυτοματοποιημένου συστήματος ελέγχου που σχεδόν μια δεκαετία μεταφερόταν από συρτάρι σε συρτάρι και στις αίθουσες δικαστηρίων , επιλογή που από μεγάλο μέρος της κοινωνίας και της αντιπολίτευσης επικρίθηκε ως επικοινωνιακή προσπάθεια αποσύνδεσης της κυβέρνησης από τις διαχρονικές ευθύνες( όχι μονον της παρούσας κυβέρνησης) μη ολοκλήρωσης των ψηφιακών συστημάτων ασφαλείας.
Αν και ο τότε Υπουργός Μεταφορών παραιτήθηκε αμέσως (πράξη που προβλήθηκε ως θεσμική ανάληψη αντικειμενικής πολιτικής ευθύνης), η μετέπειτα πολιτική διαχείριση –όπως οι εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής στη Βουλή– σημαδεύτηκε από έντονη πόλωση, με την κυβερνητική πλειοψηφία να υποστηρίζει ότι έπραξε τα δέοντα και την αντιπολίτευση να καταγγέλλει πολιτική συγκάλυψη, ως προϊόν μίας πολιτικής πίεσης για μια επιστροφή στην <<κανονικότητα>> , αντί της δικαστικής ανεξαρτησίας. Επιπρόσθετα, τότε έγινε με τραγικό τρόπο αντιληπτό, ότι δεν υφίστατο ανεξάρτητος φορέας διερεύνηση ατυχημάτων τέτοιου είδους και όντας ουραγοί και σε αυτό συστήσαμε τον ΕΟΔΑΣΑ.
Στην Ισπανία λοιπόν, παρά το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο και η πολιτική πίεση είναι τεράστια, η κυβέρνηση δεν παρενέβη επιχειρησιακά στο πεδίο. Το γεγονός ότι η γραμμή υψηλής ταχύτητας Μαδρίτης-Σεβίλλης έκλεισε για έναν ολόκληρο μήνα στις αρχές του έτους, και το ίδιο αναμένεται να συμβεί και τώρα, θεωρείται πολιτικά «αδιαπραγμάτευτο» μπροστά στην τεχνική έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής.
Οι πολιτικοί φορείς στην Ισπανία γνωρίζουν ότι η παραβίαση των πρωτοκόλλων έρευνας για χάρη της επικοινωνιακής «κανονικότητας» θα επέφερε βαρύτατο πολιτικό κόστος και ευρωπαϊκές κυρώσεις, και με αυτόν τον τρόπο προστάτευσαν και προστατεύουν του θεσμούς τους .
Στην Ελλάδα συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή, μια καθαρά πολιτική διαχείριση επι του πεδίου.
Η πολιτική απόφαση να «εξομαλυνθεί» η κατάσταση στο σημείο του ατυχήματος εντός ελάχιστων ημερών (επιχωμάτωση), υπαγορεύτηκε σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, από την ανάγκη να επιχειρήσουν οι γερανοί για ανθρωπιστικούς λόγους.
Ωστόσο, στο πολιτικό επίπεδο, η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε από τους επικριτές της κυβέρνησης ως μια βιαστική προσπάθεια να «εξαφανιστεί» η εικόνα της καταστροφής από τα τηλεοπτικά πλάνα και να επισπευσθεί η επικοινωνιακή επιστροφή σε μια επίπλαστη κανονικότητα, αδιαφορώντας για τις υποδείξεις των πραγματογνωμόνων. Αυτό δημιούργησε ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών, το οποίο σε συνδυασμό με την πρόχειρη και παντελώς ελλιπή και κατά κοινή ομολογία όλων των εμπλεκομένων βιαστική και αποσπασματική διαδικασία συλλογής στοιχείων επέφερε σημαντικά πλήγματα στην εικόνα της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού εν γένη .
Όλα τα παραπάνω δημιουργούν ένα ερώτημα αναφορικό με το πόσο κράτη μέλη της ΕΕ συμμορφώνουν την σχέση τους με τους θεσμούς της .
Στην Ισπανία, η πολιτική ηγεσία αντιμετωπίζει τις ευρωπαϊκές οδηγίες ως απόλυτο οδηγό. Όταν ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων (ERA) ζήτησε μεγαλύτερη διαφάνεια, η Ισπανία προχώρησε άμεσα νομοθετικά (τον Ιούλιο του 2026) στη διάλυση της παλιάς επιτροπής (CIAF) και τη δημιουργία μιας υπερ-ανεξάρτητης αρχής, αποδεικνύοντας γρήγορα πολιτικά αντανακλαστικά συμμόρφωσης, ενώ στην Ελλάδα, οι ευρωπαϊκές προειδοποιήσεις και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση της περιβόητης Σύμβασης 717 για την τηλεδιοίκηση αντιμετωπίζονταν επί χρόνια με γραφειοκρατική χαλαρότητα και συνεχείς παρατάσεις. Η πολιτική βούληση για ριζική ρήξη με τις παθογένειες του ΟΣΕ ενεργοποιήθηκε μόνο κατόπιν εορτής, και σε ένα καθεστώς προχειρότητας και σφαιρών πολιτικής επιρροής υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής, και όχι ως αποτέλεσμα προληπτικού πολιτικού σχεδιασμού.
Συμπέρασμα :
Η σύγκριση αναδεικνύει την απόσταση μεταξύ της ισπανικής θεσμικής ωριμότητας, που προτάσσει την άμεση πολιτική λογοδοσία και την ψηφιακή ασφάλεια, και της ελληνικής παθογένειας, η οποία αναλώνεται στην επικοινωνιακή διαχείριση της ζημιάς. Ενώ η Ισπανία αφήνει τους ανεξάρτητους μηχανισμούς να θωρακίσουν το δίκτυο, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε αμυντικά ανακλαστικά και διαχρονικές ελλείψεις.
Γλωσσάρι και Επεξήγηση Όρων
- ERA (European Union Agency for Railways – Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων): Αρμόδιος οργανισμός της Ε.Ε. που θεσπίζει κοινούς κανόνες ασφάλειας και εκδίδει πιστοποιήσεις για όλη την Ευρώπη.
- ERTMS (European Rail Traffic Management System – Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας): Ενιαίο ευρωπαϊκό πρότυπο αυτόματης προστασίας των τρένων που ακινητοποιεί αυτόματα τον συρμό σε περίπτωση κινδύνου ή λάθους.
- ΡΑΣ (Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων): Ελληνική ανεξάρτητη αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία της αγοράς και την τήρηση των κανόνων ασφάλειας.
- CIAF (Comisión de Investigación de Accidentes Ferroviarios): Ο επίσημος, τεχνικός φορέας της Ισπανίας για τη διερεύνηση σιδηροδρομικών ατυχημάτων (έως τον Ιούλιο του 2026).
- ΕΟΔΑΣΑ (Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών): Ο νέος ανεξάρτητος ελληνικός φορέας τεχνικής διερεύνησης ατυχημάτων.
